Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Ο Λυκος Και Η Αλεπου

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ




Ο λαός φοβάται το λύκο και τον μισεί. Φοβάται και την αλεπού. Μα τη θαυμάζει κιόλας για την εξυπνάδα της κα κάνει χάζι με τις πονηρίες της. Τα δυο αυτά ζώα τον παρακολουθούν παντού όπου πάει και του ληστεύουν το βιος. Ο ένας χυμά μες στα προβατοκόπαδά του και τα ρημάζει. Η άλλη έρχεται ακόμα πιο κοντά του και κλέβει τις κότες του απ’ τα κοτέτσια.
Δε μοιάζουν μ’ όλα τ’ άλλα τ’ αγρίμια, που ζουν μονάχα μες στο λόγγο κι όταν τον δουν, κρύβονται ή το βάζουν στα πόδια. Τούτοι οι δύο έχουν το θράσος να του ζητούν μερτικό απ’ την περιουσία του, λες και τους είχε γραμμένους στα χαρτιά του. Γι’ αυτό λέει για δαύτους: «Ο λύκος κι η αλεπού τι θέλουν με τ’ αγρίμια!».
Έτσι που τους βλέπει να ρίχνονται κι οι δυο καταπάνω του, λες κι είναι συνεννοημένοι, λέει πως, δεν μπορεί, κάποια παλιά φιλία ή συγγένεια θα ’χουν μεταξύ τους. Το πιο πιθανό να’ ναι κουμπάροι. Γι’ αυτό μόλις ανταμώνονται, τους βάζει να λένε:
-Τι κάνες κουμπάρα;
-Καλά, κουμπάρε. Εσύ;
Συχνά επίσης τους βλέπουμε να χαιρετιούνται με τα ονόματά τους.
-Κυρ-Νικόλα, κυρ-Νικόλα, λέει η αλεπού…
-Τι τρέχει, κυρα-Μάρω; Της αποκρίνεται ο λύκος.
Είν’ οι δυο τους ένα ζευγάρι ταιριαστό, που… δε χωνεύεται καθόλου ούτε θέλει να βλέπει ο ένας τον άλλο.
Κι αυτό γιατί ο λύκος, όπως ξέρουμε, είναι μεγάλος άρπαγας και φαγάς. Μπρος στην πείνα του δε λογαριάζει τίποτε. Γράφει στα παλιά παπούτσια του, που λένε, και φιλίες και κουμπαριές. Χυμά κι αρπάζει το φαΐ απ’ τ’ αλλουνού το στάμα. Γι’ αυτό κι η αλεπού τον αποφεύγει κι όταν τύχει να τον συναντήσει, κοιτά με ποιον τρόπο θα τον ξεφορτωθεί.
Πολύ συχνά την παθαίνει ο λύκος απ’ την παμπόνηρη αυτή συντρόφισσά του.
Μια φορά, λένε, είδαν οι δυο τους ένα γέρικο άλογο, που έβοσκε δεμένο στο λιβάδι, και ρίχτηκαν πάνω του να το φάνε. Το άλογο, όπως ήταν δεμένο, είδε πως ήταν δύσκολο να τα βάλει μαζί τους και σκέφτηκε να σωθεί με πονηριά.
-Το ξέρω πως θα με φάτε, τους λέει. Μα τι να γίνει! Έχω γεράσει πια κι έτσι ή αλλιώς το τέλος μου πλησιάζει. Μα είναι κρίμα να χαθεί μαζί μ’ εμένα κι η περιουσία μου. Σ’ ένα πολύ κρυφό μέρος, που κανένας δεν το ξέρει, έχω κρύψει πολλά πιθάρια, γεμάτα λίρες. Φαίνεται πως εσείς είστε οι τυχεροί, για να με κληρονομήσετε. Στα πισινά μου πόδια, από κάτω, στα πέταλα, έχω γράψει το μέρος, όπου έχω κρύψει το θησαυρό μου. Αν σας ενδιαφέρει, ελάτε να το διαβάσετε, για να πάτε να τον πάρετε.
-Η αλεπού κάτι υποψιάστηκε κι είπε να λείψει απ’ την κακή την ώρα.
-Κυρ-Νικόλα μου, λέει στο λύκο. Επειδή δεν έχω πάρει μαζί μου τα γυαλιά μου και δε βλέπω να διαβάσω, κάνεις τον κόπο να διαβάσεις εσύ, που είσαι και γραμματιζούμενος, για να ιδούμε τι γράφει η διαθήκη;
Ο λύκος κολακεύτηκε από τα λόγια της αλεπούς. Πήγε από πίσω κι έσκυψε να διαβάσει. Το άλογο, χωρίς να χάσει καιρό, του δίνει μερικές δυνατές κλοτσιές στο κεφάλι και τον πετά μακριά με σπασμένα μούτρα και δόντια.
Όταν συνήρθε ο λύκος, έφυγε μακριά. Κι η αλεπού τον πειράζει και του λέει:
-Ε, κυρ-Νικόλα! Πως πήγε το διάβασμα; Τι γράφει η διαθήκη; Αλλά μη μου τη λες. Τη βλέπω τυπωμένη στα μούτρα σου. Να χαιρόμαστε τη κληρονομιά μας!...
Είναι παμπόνηρο και τετραπέρατο ζουλάπι η αλεπού. Και τη φοβερή σοφία της και την πονηριά της τη μεταδίνει και στα παιδιά της. Τους κάνει συστηματική διδασκαλία. Τους πάει στη φωλιά ζωντανά ποντίκια, κοτόπουλα, ακρίδες και λαγούς και τα μαθαίνει πώς να πιάνουν το κυνήγι τους, πώς να το παραμονεύουν, πώς να το ξεπλανεύουν και να το ξεγελούν. Όταν μεγαλώσουν, τα πάει έξω, στις στάνες και στα κοτέτσια, τους δείχνει τις παγίδες και τους μαθαίνει με τι τρόπο να τις αποφεύγουν, πώς να περνούν από δολωμένα μονοπάτια, πώς να κουβαλούν το κυνήγι στη φωλιά τους, χωρίς να τους πάρουν είδηση…
Στο τέλος τ’ αλεπόπουλα περνούν κι από… εξετάσεις και παίρνουν το απολυτήριό τους. Έτσι, μια φορά είχε μαζέψει γύρω της τα παιδιά της και τους έκανε τις τελευταίες της ερωτήσεις:
-Βλέπετε κείνη τη φωτιά σ’ εκείνο εκεί πέρα το βουνό; τους ρώτησε.
-Τη βλέπουμε, μάνα, απάντησαν εκείνα.
-Α, τι καλά, έκανε η αλεπού κι άπλωσε τα μπροστινά της πόδια. Τι καλά που ζεσταίνομαι!...
-Μανούλα, μανούλα, έμπηξε τις φωνές εν’ αλεπόπουλο. Κάηκα, κάηκα!...
-Καλά, πώς;
-Να, μια σπίθα πετάχτηκε από κει και μ’ έκαψε.
-Μπράβο, παιδί μου. Εσύ ξεσκόλισες. Τράβα τώρα στη δουλειά σου!...
Γι’ αυτό και λένε: «Εκατό χρονώ η αλεπού, εκατόν δέκα τ’ αλεπόπουλο».


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Powered by Blogger