Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Η μαϊμού και το μαϊμουδάκι της

Η μαϊμού και το μαϊμουδάκι της


Το μικρό μαϊμουδάκι της κυρα-μαϊμούς, δεν μπορούσε ποτέ να βρει το δρόμο για να γυρίσει σπίτι του. Μόλις σχολούσε από το σχολείο, άρχιζε η στενοχώρια του.
-Και τώρα πως θα βρω το δρόμο να γυρίσω; Τώρα πάλι θα χαθώ.
Και πραγματικά, πάντα χανόταν. Κάθε πρωί το πήγαινε η μαμά του ως το σχολείο και σε όλο το δρόμο του έλεγε:
-Πρόσεξε καλά. Από τούτο το δρόμο θα περάσεις. Από αυτήν εδώ την καρυδιά θα στρίψεις. Θα συναντήσεις αυτή την πηγή και ύστερα θα στρίψεις από το σπίτι της σκιουρίνας. Τα θυμάσαι όλα αυτά;
-Τα θυμάμαι, μαμά, έλεγε το μαϊμουδάκι.
Μα ως το μεσημέρι τα είχε ξεχάσει όλα και πάντα άρχιζε τα κλάματα, αλλά και πάντα βρισκόταν κάποιος να το πάει σπίτι του. Νάτο και σήμερα. Μόλις σχόλασε, πήρε το δρόμο για το σπίτι του, μα χάθηκε. Ακουμπισμένο τώρα σε μια βελανιδιά, κλαίει με μαύρα δάκρυα.
-Τι έχεις, μαϊμουδάκι; Το ρωτάει ο ελέφαντας, που έτυχε να περνά από κει.
-Έχασα το σπίτι μου. Με πάτε κύριε Ελέφαντα, σας παρακαλώ;
-Α, μα αυτό δε μπορεί να γίνεται κάθε μέρα, μαϊμουδάκι μου. Σε πήγα τόσες φορές. Τώρα είμαι βιαστικός, του είπε και έφυγε.
Ύστερα πέρασε ένα τιγράκι.
-Τι έχεις, μαϊμουδάκι, και κλαις; το ρώτησε.
-Έχασα το σπίτι μου, τιγράκι. Με πας, σε παρακαλώ;
-Α, αυτό το ’χεις πάθει πολλές φορές. Νομίζω πως είσαι ένα κουτό μαϊμουδάκι. Δεν μπορώ, φεύγω.
Πέρασε κι ένα ελάφι.
-Πάλι κλάματα έχουμε; του λέει. Πάλι έχασες το δρόμο; Α, μα δεν υποφέρεσαι!
Και έφυγε κι αυτό. Έτσι πέρασαν όλα τα ζώα του δάσους και όλα το άφηναν το μαϊμουδάκι με τα δάκρυά του. Ένα ευγενικό πουλάκι όμως που το είδε και τα άκουσε όλα από ψηλά, κατέβηκε στο πιο χαμηλό κλαρί και του είπε:
-Θέλεις να σε πάω εγώ, μαϊμουδάκι, στο σπίτι σου;
Το μαϊμουδάκι δέχτηκε με χαρά. Στο δρόμο, καθώς πήγαιναν, του λέει το πουλάκι:
-Θέλεις να σου πω έναν τρόπο για να μη χάνεις το σπίτι σου; Κάθε πρωί που ξεκινάς για το σχολείο, να γεμίζεις τις τσέπες σου πετραδάκια και να τα ρίχνεις ένα, ένα, καθώς περπατάς. Το μεσημέρι, όταν θα φεύγεις από το σχολείο, θα βλέπεις τις πετρούλες κι αυτές θα σου δείχνουν το δρόμο και δε θα ζητάς βοήθεια από κανέναν.
Το μαϊμουδάκι θαύμασε την εξυπνάδα του μικρού πουλιού και του είπε:
-Σ’ ευχαριστώ, πουλάκι μου. Είσαι πολύ έξυπνο.
Και από την άλλη μέρα το μαϊμουδάκι μας, δεν ξαναχάθηκε. Περπατούσε δίπλα στις πετρούλες και ήταν περήφανο, γιατί είχε πάψει πια να είναι κουτό μαϊμουδάκι.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Powered by Blogger