Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Η Ασχημούλα

Η Ασχημούλα


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό χωριό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, που ασχημότερο δεν είχαν δει οι άνθρωποι ποτέ. Γι’ αυτό και το έβγαλαν Ασχημούλα. Κανείς δεν το πλησίαζε και μόνο η μαμά του το φρόντιζε το χάιδευε και το φιλούσε.
-Μικρό μου, του έλεγε, μη σε νοιάζει για τίποτα. Για μένα είσαι το πιο όμορφο παιδάκι και πάντα θα σ’ αγαπώ και θα σε φροντίζω.
Την τρίτη νύχτα από την ώρα που γεννήθηκε, ήρθαν αργά οι μοίρες να το μοιράνουν. Στάθηκαν πάνω από την κούνια του, ακούμπησαν η κάθε μια με τη σειρά το χρυσό τους ραβδί στο κεφαλάκι του μωρού, και είπαν με τη σειρά τους:
-Όταν θα γίνεις είκοσι χρονών, Ασχημούλα, χώμα να πιάνεις και χρυσάφι να γίνεται.
-Όταν θα γίνεις είκοσι χρονών, Ασχημούλα, θα συναντήσεις το πιο όμορφο αρχοντόπουλο του κόσμου.
Και η Τρίτη Μοίρα είπε:
-Όταν κλείσεις τα είκοσι χρόνια σου, Ασχημούλα, θα γίνεις η πεντάμορφη του κόσμου.
Κανείς δεν τ’ άκουσε βέβαια αυτά τα λόγια, ούτε η ίδια η μαμά του μωρού, που κοιμόταν πλάι του, κουρασμένη και λυπημένη. Το μικρό μεγάλωνε, μα όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και ασχήμιζε. Όλοι το κορόιδευαν, όλοι γελούσαν μαζί του. Κι αυτό όλο έκλαιγε κι έτρεχε στη μαμά του, βρίσκοντας παρηγοριά στη ζεστή αγκαλιά της.
Η Ασχημούλα, λοιπόν, μεγάλωσε, έγινε κοπέλα και έφτασε στα είκοσι χρόνια της. Την ημέρα των γενεθλίων της, σηκώθηκε όπως κάθε πρωί και πήγε στην αυλή του σπιτιού της να πλυθεί. Τράβηξε νερό από το πηγάδι, μα καθώς έσκυψε και καθρεφτίστηκε στα νερά, σάστισε. Δεν ήταν πια αυτή. Ξαφνικά, είχε γίνει μια πεντάμορφη κοπέλα. Έτρεξε αμέσως στη μητέρα της.
-Μάνα μου, της λέει, κοίταξέ με.
Η μητέρα της όταν είδε την Ασχημούλα τόσο όμορφη, νόμισε πως ονειρευόταν. Δεν πίστευε στα μάτια της. Κι η πονεμένη μάνα, σαστισμένη, γονάτισε και προσκύνησε το Θεό.
-Παιδί μου, πώς έγινε τούτο το θαύμα; Έλεγε και ξανάλεγε.
Και δεν ήταν μόνο αυτό. Όταν η Ασχημούλα θέλησε να παραμερίσει ένα τσουβάλι χώμα, που ήταν εκεί κοντά, για να στρώσουν την αυλή, ξαφνικά το τσουβάλι άνοιξε και ξεχύθηκε τόσο χρυσάφι από μέσα, που γέμισε όλο το δωμάτιο.
-Θεέ μου! Ξεφώνισαν και οι δύο γυναίκες.
-Σίγουρα οι μοίρες έδωσαν τούτες τις ευχές, είπε η μητέρα.
Το νέο μαθεύτηκε αμέσως στο χωριό, και σε λίγο όλοι είχαν μαζευτεί έξω από το σπίτι της Ασχημούλας. Κι αυτή, αντί να τους περιφρονήσει για το κακό, που είκοσι χρόνια της είχαν κάνει, τους μοίραζε χρυσάφι με απλοχεριά και καλοσύνη. Γίνανε όλοι πλούσιοι. Κανείς πια δε δυστυχούσε. Και όλοι ευλογούσαν το καλό κορίτσι.
Η φήμη της Ασχημούλας έφτασε στην άκρη του κόσμου, κι ερχόντουσαν από παντού να τη γνωρίσουν και να τη δούνε. Όλα τα παλικάρια ζητούσαν να την παντρευτούν, αλλ’ αυτή δεν ήθελε κανέναν. Μόνο όταν έφτασε ένα αρχοντόπουλο στο χωριό, που κι αυτό είχε την ίδια με εκείνη μοίρα, που άλλαξε όταν έγινε κι εκείνο είκοσι χρονών, μόνο τότε η Ασχημούλα δέχτηκε να παντρευτεί. Έγινε ο γάμος με χαρές και πανηγύρια και μάθανε και οι άλλοι πως ποτέ δεν πρέπει να κοροϊδεύουν την ασχήμια.


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Powered by Blogger